Κατηγορίες Ανακοινώσεων

ΤΟ ΣΕΝΓΚΕΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ

Όσοι ταξιδεύουν στην ΕΕ συχνά διερωτώνται γιατί χρειάζεται να παρουσιάζουμε διαβατήριο όταν μπαίνουμε σε χώρα της ΕΕ όταν φεύγουμε από την Κύπρο, ενώ αυτό δεν χρειάζεται όταν φεύγουμε από μια άλλη χώρα της ΕΕ πχ από την Ελλάδα με προορισμό την Γαλλία. Ο λόγος είναι ότι μόνο σε χώρες της ΕΕ που είναι μέλη της ζώνης Σένγκεν επιτρέπεται αυτή η απρόσκοπτη διακίνηση.

Από την 1η Μαΐου 2004 που εντάχθηκε η Κύπρος στην ΕΕ, κανένας πρόεδρος δεν υπέβαλε αίτηση για να γίνει η Κύπρος μέλος της ζώνης Σένγκεν. Ο λόγος ήταν πολύ απλός. Συμμετοχή στη ζώνη Σένγκεν, ισούται με την δημιουργία ουσιαστικού συνόρου στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, και κατά συνέπεια, αυτό θα μετάτρεπε την «Πράσινη Γραμμή» σε εξωτερικό σύνορο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται: συνοριακές διευθετήσεις και κυρίως διαδικασίες που θεσπίζεται να υπάρχουν μεταξύ κρατών.

Αυτό, βέβαια, δεν θα μπορούσε να ισχύει στην περίπτωση της Κύπρου. Το Πρωτόκολλο 10 της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ το 2003 προνοεί ένταξη ολόκληρης της επικράτειας της Κύπρου στην ΕΕ, με αναστολή στην εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στα εδάφη στα οποία η Κυβέρνηση «δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο». Η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου θα επεκταθεί σε όλη την επικράτεια με την επίλυση του κυπριακού.

Το Πρωτόκολλο 10 αποτέλεσε τη βάση για να συμφωνηθεί στις 28 Απριλίου 2004 ο «Κανονισμός της Πράσινης Γραμμης» ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και την Τ/Κ ηγεσία με τη μεσολάβηση της ΕΕ. Οι πρόνοιες της «Συνθήκης Σένγκεν» ενισχύουν την προστασία των εξωτερικών συνόρων και καταργούν τους ελέγχους στα εσωτερικά της ΕΕ σύνορα, συνεπώς δεν μπορούν να εφαρμοστούν στη δική μας περίπτωση καθώς η «Πράσινη Γραμμή» δεν αποτελεί εξωτερικό σύνορο. Εκτός άλλων, και γιατί το κατεχόμενο τμήμα του νησιού βρίσκεται εκτός τελωνειακής επικράτειας όπως επίσης και εκτός της Περιοχής Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, AFSJ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όλα τα πιο πάνω έρχεται η Κυβέρνηση Αναστασιάδη να τα φέρει σε αμφισβήτηση και να βάλει την Κύπρο σε ακόμη ένα κίνδυνο διχοτόμησης.

Από τη πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή έγινε γνωστό πως ο τέως Υπουργός Εξωτερικών Ν. Χριστοδουλίδης υπέβαλε αίτηση για να γίνει η Κύπρος μέλος της Συνθήκης του Σένγκεν. Σε ποιον όμως υπέβαλε την αίτηση; Τι έγινε έκτοτε και γιατί δεν ενημέρωσε κανέναν; Η ψήφιση, στις 2 Φεβρουαρίου, από τη Βουλή, νόμου που επιτρέπει «την εισαγωγή εφαρμοστικών διατάξεων για την ενσωμάτωση των κανόνων του κεκτημένου Σένγκεν που αφορούν το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II)» εγείρει σοβαρά ερωτηματικά.

Πρώτο, το πρόσχημα για την αίτηση ένταξης στην ζώνη Σένγκεν είναι η ανάγκη αντιμετώπισης του μεταναστευτικού. Πράγματι, το μεταναστευτικό ζήτημα γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκο. Χρειάζεται αντιμετώπιση, όχι όμως, με πρακτικές που εμβαθύνουν την διαχωριστική γραμμή και καθιστούν την επίλυση ακόμα πιο δύσκολη. Το μεταναστευτικό αντιμετωπίζεται με συστηματική αξιοποίηση της βοήθειας που παρέχει η ΕΕ και σύμφωνα με τους κανονισμούς της: ποιοι δικαιούνται παραμονή και ποιοι δεν δικαιούνται και πρέπει να σταλούν πίσω στην πατρίδα τους. Αυτό, ταυτόχρονα με την πιο έξυπνη και αποτελεσματική παρακολούθηση της πράσινης γραμμής, που να υποβοηθεί και την εθνική ασφάλεια. Ένα σκληρό σύνορο δεν είναι η λύση. Αντίθετα, η αξιοποίηση της Συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας για το μεταναστευτικό και η αξιολόγηση της εφαρμογής της έναντι της Κύπρου, θα έπρεπε να είναι κύριο μέλημα μας. Η ανικανότητα της κυβέρνησης να δώσει λύσεις μεγάλωσε την έκταση του προβλήματος.

Δεύτερο, μήπως υπάρχει άλλη σκοπιμότητα της προώθησης της ένταξης στην ζώνη Σένγκεν που ξεκίνησε από τον Ν. Χριστοδουλιδη το 2019; Αν αυτό ήταν η αύξηση της αξίας των «χρυσών διαβατηρίων» και «χρυσών αδειών μόνιμης διαμονής» (βίζες) τότε αυτό είναι ένα ακόμη παράδειγμα που η εξυπηρέτηση μιας ομάδας συμφερόντων έρχεται σε αντίθεση με το καλώς νοούμενο εθνικό συμφέρον.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχει ήδη κινήσει τις διαδικασίες επί παραβάσει κατά της Κύπρου με αφορμή τα «χρυσά διαβατήρια» και είναι εξίσου αυστηρή σε πρακτικές με «χρυσές βίζες». Πριν από τρία χρόνια, προτού βγουν στο φως όσα αφορούν τα «χρυσά διαβατήρια», η Βουλγαρία κατάργησε το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων της μόλις αντιλήφθηκε ότι κινδύνευε να βρεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ. Τώρα σπεύδει να κάνει το ίδιο και για τις «χρυσές βίζες». Όχι μόνο για να αποφύγει τη ρήξη με την ΕΕ αλλά γιατί έχει διαπιστώσει – όπως και στην Κύπρο – ότι τα χρυσά διαβατήρια και βίζες δεν αποδίδουν μακροχρόνιο οικονομικό όφελος, αλλά εξελίσσονται σε πηγές διαφθοράς και διακίνησης βρώμικου χρήματος.

Η κυβέρνηση Αναστασιάδη αδιαφόρησε για όλα αυτά. Το κρίσιμο θέμα είναι, τι αξιολογούμε ότι είναι το πιο σημαντικό για την χώρα μας στην παρούσα συγκυρία. Είναι η μάχη για να ενώσουμε την πατρίδα μας ή μήπως οι ευκαιριακές πολιτικές και τα επιμέρους συμφέροντα ορισμένων; Οι πολίτες πρέπει να βλέπουν τι γίνεται γιατί σύντομα θα κληθούν να αποφασίσουν.

Scroll to Top